ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ 06:30 - 09:30 ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21:00 - 01:00

9 Ιανουαρίου 2017

10 Ιανουαρίου Συναξαριστής

Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης, Θεοσεβίας Διακονίσσης, Δομετιανού Επισκόπου Μελιτηνής, Μαρκιανού Πρεσβυτέρου, Αμμωνίου Οσίου, Παύλου εκ Ρωσίας, Μακαρίου εκ Ρωσίας, Αντίπα Αθωνίτου, Θεοφάνους Ερημίτου


Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης
Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Γεννήθηκε περί το 329 ή 330 μ.Χ. Ήταν υιός του Βασιλείου και της Εμμελείας. Ο πατέρας του καταγόταν από τον Πόντο και η μητέρα του από την Καππαδοκία. Ο Γρηγόριος, μολονότι είχε χειροτονηθεί αναγνώστης, δεν σκεπτόταν να γίνει κληρικός, ούτε θεολόγος. Ο αδελφός του Βασίλειος, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό πατέρα και δάσκαλό του, τον είλκυσε στην ιεροσύνη. Μετά την εκπαίδευσή του στη Νεοκαισάρεια φοίτησε στην Καισάρεια με σκοπό να γίνει συνήγορος και διδάσκαλος της ρητορικής, όπως ο πατέρας του και οι πρόγονοί του. Σε ηλικία 40 ετών, το 371 ή 372 μ.Χ., παρακαλείται από τον αδελφό του Μέγα Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο τότε Καισαρείας,να δεχθεί την Επισκοπή Νύσσης. Η Νύσσα (σήμερα Νεμσεχίρ) ήταν ασήμαντη πόλη της Καππαδοκίας, επί της οδού που οδηγούσε από την Καισάρεια στην Άγκυρα.
Ο Γρηγόριος δέχθηκε, από μεγάλο σεβασμό στον Άγιο Βασίλειο.Οι Αρειανοί, όμως, του έφεραν μεγάλες ενοχλήσεις. Αντιλαμβανόμενοι, ότι στο πρόσωπό του η αίρεσή τους θα είχε σπουδαιότατο πολέμιο, σχεδίασαν να τον εξοντώσουν. Τον κατηγόρησαν λοιπόν, ότι εξελέγη Επίσκοπος αντικανονικά και σφετερίσθηκε χρήματα της Εκκλησίας. Τις κατηγορίες υπέβαλε κάποιος με το όνομα Φιλόχαρης, όργανο των Αρειανών, προς τον διοικητή του Πόντου Δημοσθένη, προς τον οποίο ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και επιστολή. Για την κατηγορία της καταχρήσεως παρακάλεσε να γίνει ο έλεγχος για να δειχθεί η συκοφαντία, για την αντικανονική χειροτονία λέγει ότι η ευθύνη είναι δική του, διότι αυτός χειροτόνησε και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι σωστό να δικάσει επί της υποθέσεως αυτής σύνοδος Επισκόπων, των οποίων η εκκλησιαστική θέση δεν ήταν σε κανονική τάξη. Η επίκληση του Βασιλείου απέβη άκαρπη. Ο αυτοκράτορας Ουάλης ήθελε να αποφευχθεί το θέμα. Το 376 μ.Χ. ο Γρηγόριος καθαιρείται ερήμην από σύνοδο Αρειανών Επισκόπων του Πόντου και της Γαλατίας. Και ο Γρηγόριος, καταδιωκόμενος, αναγκαζόταν να πλανάται και να κρύβεται. Η περιπέτεια έληξε τον Αύγουστο του έτους 378 μ.Χ., όταν απέθανε ο Ουάλης. Ο Γρηγόριος επανήλθε στη Νύσσα, όπου του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή. Κατά το φθινόπωρο του 379 μ.Χ. έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Αντιόχειας, η οποία συνήλθε ιδίως για την αίρεση του Απολλιναρίου. Ο Απολλινάριος, ερμηνεύοντας κατά γράμμα χωρίο της Αγίας Γραφής (κατά Ιωάννη α’ 14), υποστήριζε ότι ο Θεός Λόγος έγινε σάρκα, όχι σάρκα και ψυχή. Αρνήθηκε τον ανθρώπινο νου, την ανθρώπινη ψυχή και θέληση του Ιησού Χριστού ως στοιχεία διασπαστικά της ενότητός Του και αντίθετα προς την τελειότητά Του και αντικατέστησε τα στοιχεία αυτά με τη θεία επενέργεια. Δίδασκε, δηλαδή, στην ουσία, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι τέλειος Θεός ούτε τέλειος άνθρωπος. Πολλοί νόμιζαν ότι ο Απολλινάριος δέχθηκε την επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά το πιθανότερο είναι, καθώς πιστεύει ο Γρηγόριος Νύσσης, ότι αφετηρία στη χριστολογική του διδασκαλία είναι χωρίο επιστολής του Αποστόλου Παύλου (προς Θεσσαλονικείς Α’, ε’ 23). Στη Σύνοδο ο Άγιος ανασκεύασε τις κακόδοξες θεωρίες του Απολλιναρίου. Επίσης, η Σύνοδος του ανέθεσε αποστολή για την Εκκλησία της Βαβυλωνίας και με την ευκαιρία αυτή επισκέφθηκε και τους Αγίους Τόπους. Το περιεχόμενο της πίστεως αποτελεί την παράδοση, η οποία μεταβιβάζεται «πατρόθεν» ως κλήρος κατά διαδοχή στους Αποστόλους διά των Πατέρων στις εκάστοτε νεότερες γενιές. Έτσι, ο Άγιος συμμετείχε, επίσης, στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το έτος 381 μ.Χ., στην Κωνσταντινούπολη επί Θεοδοσίου του Μεγάλου (379-395 μ.Χ.), για να ενισχύσει την Ορθόδοξη διδασκαλία κατά του Αρειανισμού και να αποφανθεί κατά των αιρετικών δοξασιών, τις οποίες δίδασκε ο Μακεδόνιος περί του Αγίου Πνεύματος. Στη Σύνοδο αυτή ο Γρηγόριος αναδείχθηκε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, αφού κατατρόπωσε τους δυσσεβείς αιρετικούς με την δύναμη των λόγων του και με αγιογραφικές αποδείξεις. Στις συζητήσεις εκείνες ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διακρίθηκε τόσο, ώστε αν ονομασθεί Πατήρ πατέρων και Νυσσαέων φωστήρ. Και ο Θεοδόσιος τον προσονόμασε στύλο της Ορθοδοξίας. Ο Άγιος Γρηγόριος τονίζει ιδιαίτερα την συνεργασία του Αγίου Πνεύματος στην προσωπική Πνευματική ζωή κάθε μέλους της Εκκλησίας. Η Πνευματική ζωή παρουσιάζεται στη διδασκαλία του ως συνεχή ανοδική πορεία του ανθρώπου προς την τελείωση και αυτή επιτυγχάνεται με τη συνεργία Θεού και ανθρώπου. Ο προσωπικός αγώνας του κάθε πιστού μαζί με τη Χάρη του Παρακλήτου αποτελούν τις δυο προϋποθεσεις για την πνευματική τελειότητα. Ο αυτοκράτορας, ανταποκρινόμενος σε υπόδειξη της Συνόδου, όρισε διά νόμου, ότι έπρεπε να θεωρούνται αιρετικοί όσοι δεν ήσαν σε εκκλησιαστική κοινωνία με τον Άγιο Γρηγόριο. Περιελήφθησαν δε μαζί με τον Γρηγόριο ως κανονικοί και νόμιμοι Επίσκοποι και δύο άλλοι, ο Καισαρείας Ελλάδιος και ο Μελιτηνής Οτρήιος. Το έτος 385 μ.Χ. έρχεται και πάλι στην Κωνσταντινούπολη, για να εκφωνήσει τους επικήδειους λόγους του στη βασιλόπαιδα Πουλχερία και στη βασίλισσα Πλακίλλα, σύζυγο του αυτοκράτορα. Και πάλι αναγκάζεται να έλθει στην Κωνσταντινούπολη το 394 μ.Χ., προκειμένου να συμμετάσχει σε Σύνοδο που συγκροτήθηκε με αφορμή τη διαμάχη των Επισκόπων Βαγαδίου και Αγαπίου, οι οποίοι διεκδικούσαν και οι δύο Την Επισκοπή Βόστρων της Αραβίας. Υπήρξε έξοχος ρήτορας, σοφός συγγραφέας ιερών συγγραφών και ζηλωτής της Ορθοδόξου Πίστεως. Ο Θεόδωρος Πρόδρομος δίδει σε ποίημά του μια ένδειξη περί των προσώπων τα οποία αποτελούν τον κορμό της κατηγορίας των Πατέρων, μεταξύ των οποίων αναφέρει και τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης : «Τον Γρήγορον νουν, την Βασίλειον χάριν, Το χρύσιον μέλημα του Χρυσοστόμου, Το Γρηγορίου φθέγμα του Νυσσαέως, Τον Μάξιμον, το θαύμα της ησυχίας». Απολυτίκιο. Ηχος γ'. Θείας πίστεως. Θείον γρήγορσιν, ενδεδειγμένος, στόμα σύντονον, της ευσέβειας, ανεδείχθης Ιεράρχα Γρηγόριε τη γαρ σοφία των θείων δογμάτων σου, της Εκκλησίας ευφραίνεις το πλήρωμα. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος. Κοντάκιον  Ήχος α’. Χορός Αγγελικός Το όμμα της ψυχής, γρηγορών Ιεράρχα, ως γρήγορος Ποιμήν, ανεδείχθης τω κόσμω, και ράβδω της σοφίας σου, παμμακάριστε Όσιε, πάντας ήλασας, τους κακοδόξους ως λύκους, αδιάφθορον, διατηρήσας την ποίμνην, Γρηγόριε πάνσοφε. Έτερον  Ήχος β’. Την εν πρεσβείαις Της Εκκλησίας ο ένθεος Ιεράρχης, και της σοφίας σεβάσμιος υμνογράφος, Νύσσης ο γρήγορος νους Γρηγόριος, συν Αγγέλοις χορεύων, και εντρυφών τω θείω φωτί, πρεσβεύει απαύστως υπέρ πάντων ημών. Η Αγία Θεοσεβία η Διακόνισσα Η Αγία Θεοσεβία ήταν Διακόνισσα και αδελφή, όχι σύζυγος όπως θεωρείται από πολλούς, του Αγίου Γρηγορίου, Επισκόπου Νύσσης. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την αποκαλεί «όντως ιερά, το της Εκκλησίας καύχημα, το του Χριστού καλλώπισμα, το της καθ’ ημάς γενεάς όφελος, την γυναικών παρησσίαν και των μεγάλων μυστηρίων αξίαν». Η Αγία Θεοσεβία κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 385 μ.Χ. Ο Όσιος Δομετιανός Επίσκοπος Μελιτηνής Ο Όσιος Δομετιανός έζησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (408-450 μ.Χ.). Οι γονείς του, Θεόδωρος και Ευδοκία, διακρίνονταν για την αρετή και τον πλούτο τους. Ο Δομετιανός έλαβε εκπαίδευση που στηριζόταν στην αρχαία ελληνική σοφία και στην Αγία Γραφή. Ήταν έγγαμος, όμως για λίγο χρονικό διάστημα, επειδή απεβίωσε η σύζυγός του. Ύστερα από το γεγονός αυτό έστρεψε όλα τα ενδιαφέροντά του προς την κατά Θεόν φιλοσοφία. Για το λόγο αυτό εξελέγη Επίσκοπος Μελιτηνής σε ηλικία τριάντα ετών. Ο Όσιος Δομετιανός, αφού συνδύασε την πολιτική σύνεση με την ασκητική αγωγή, δεν έγινε πρόξενος σωτηρίας μόνο στους Χριστιανούς της επαρχίας του, αλλά και γενικά σε όλο το Γένος των Ελλήνων. Πολλές φορές ο βασιλεύς Μαυρίκιος τον είχε στείλει στην Περσία για την διευθέτηση διαφόρων υποθέσεων. Εκεί πέτυχε να επαναφέρει στον θρόνο του τον βασιλέα Χοσρόη, τον οποίον είχε εκθρονίσει, με επανάσταση, κάποιος ονόματι Βαράμ. Ύστερα από την επιτυχία αυτή του Δομετιανού, ο Χοσρόης έγινε υποτελής στους Βυζαντινούς και πλήρωνε χρήματα στο Βυζάντιο. Μετά τα γεγονότα αυτά οι βασιλείς τον βοήθησαν στην ανοκοδόμηση Εκκλησιών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ο Θεός τον αξίωσε του χαρίσματος της θαυματουργίας. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 602 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και ενταφιάσθηκε με τιμές από τον Πατριάρχη Κυριακό στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Λέγεται, ότι λίγο καιρό μετά, το ιερό λείψανο αυτού ανεκομίσθη στη Μελιτηνή και έκανε πολλά θαύματα. Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ. Ως καθαρός και φωτισμού θείου πλήρης, την του ποιμαίνειν επιστεύθης φροντίδα, τους άρνας Πάτερ όσιε Χρίστου του Θεού όθεν δι' ασκήσεως, και ποικίλων θαυμάτων, της ιεραρχίας σου, την χλαμύδα κοσμήσας, της Εκκλησίας Δομετιανέ, ώφθης κοσμήτωρ, αυτής προϊστάμενος. Ο Άγιος Μαρκιανός Πρεσβύτερος και Οικονόμος της Μεγάλης Εκκλησίας Ο Άγιος Μαρκιανός έζησε κατά την εποχή της βασιλείας του Μαρκιανού και της Πουλχαρίας, δηλαδή περί το 450-474 μ.Χ. Οι πρόγονοί του κατάγονταν από τη Ρώμη και είχαν μετοικήσει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος είχε αρχικά προσχωρήσει στην αίρεση των Ναυατιανών και αφού μετανόησε επέστρεψε στην πατρώα ευσέβεια και δαπάνησε την περιουσία του στην ανοικοδόμηση  και επισκευή ναών. Ο Άγιος έχτισε το ναό της Αγίας Ειρήνης, προς το μέρος της θάλασσας και ένα μικρό παρεκκλήσιο του ναού αυτού αφιέρωσε στον Άγιο Ισίδωρο. Επίσης ανέγειρε και το ναό της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας, στις στοές του Δομνίνου που εγκαινίασε ο Πατριάρχης Γεννάδιος, τον οποίο και διέσωσε από τη φωτιά. Πραγματικά, ενώ η φωτιά είχε καταφάει όλα τα γύρω κτίσματα, ο Άγιος ανέβηκε στην οροφή του ναού, στάθηκε όρθιος, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και παρακάλεσε τον Θεό για τη σωτηρία του ναού. Η προσευχή του εισακούσθηκε και η φωτιά έσβησε. Με πρωτοβουλία του κτίσθηκε και ο ναός του Αγίου Στρατονίκου. Ο Άγιος διακρίθηκε ως πρεσβύτερος και οικονόμος της Αγίας Σοφίας. Η αγάπη του προς τους πάσχοντες και τους πτωχούς ήταν μεγάλη. Η Σύναξη του Αγίου Μαρκιανού ετελείτο στο Προφητείο του Βαπτιστού Ιωάννου, κοντά στην Κινστέρνα, δηλαδή δεξαμενή, της Μωκησίας «εν τοις Δανιήλ», που ήταν κοντά στο ναό του Αγίου Μωκίου. Όσιος Αμμώνιος Αμμώνιοι Όσιοι που διέπρεψαν σε αγιότητα βίου αναφέρονται τρεις : Ο ένας ήταν μαθητής του Μεγάλου Αντωνίου. Ο άλλος ήταν μαθητής του Αββά Παμβώ, ο οποίος απέκοψε το αυτί του μόνος για να μην γίνει Επίσκοπος. Και ο τρίτος κατασκεύαζε κελιά για να μείνουν οι νέοι μοναχοί που προσέρχονταν στη Σκήτη. Ποιος από τους τρεις είναι ο αναφερόμενος είναι άγνωστο. Γνωρίζουμε μόνο ότι όλοι έζησαν στην έρημο και πέρασαν την ζωή τους οσιακά. Ο Όσιος Παύλος ο εκ Ρωσιάς Ο Όσιος Παύλος της Ομπνόρα γεννήθηκε στη Μόσχα περί το έτος 1317. η αγάπη του προς το μοναχικό βίο οδήγησε τα βήματά του σε μονή της περιοχής Πριλούκι  της Ρωσίας. Στους ασκητικούς του αγώνες μιμήθηκε τον Άγιο Σέργιο του Ραντονέζ και έγινε από τους πιο ονομαστούς και αγαπημένους στάρετς (Γέροντες) της Ρωσίας. Ο Όσιος Παύλος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1429 σε ηλικία 112 ετών. Ο Όσιος Μακάριος ο εκ Ρωσίας Ο Όσιος Μακάριος της Πίσμα έζησε κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ. Τα πρότυπά του ήταν ο Άγιος Σέργιος του Ραντονέζ και ο Όσιος Παύλος της Ομπνόρα. Έτσι ακολούθησε την ερημική ζωή και διακρίθηκε για την αγιότητα και αυστηρότητα του βίου του. Ο Όσιος Μακάριος κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο Όσιος Αντίπας ο Αθωνίτης Ο Όσιος Αντίπας γεννήθηκε το 1816 στο Καλαποδέστι Ρουμανίας, στην περιοχή του Μπουζάου από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, το διάκονο Κονσταντίν Λουτσιάν και την Αικατερίνη Μανάσε, που αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Ελισάβετ. Το κοσμικό όνομα του Οσίου ήταν Αλέξανδρος. Από την παιδική του ηλικία αγαπούσε το μοναχικό βίο, γι’ αυτό έγινε μοναχός. Ασκήτεψε για πολλά χρόνια στο Άγιον όρος, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου της Μολδαβίας της Ρουμανίας και κατέληξε στο νησί Λάντογκα, κοντά στη Φιλανδία, όπου μόνασε στη Μονή Βάλαμο. Εκεί ο Όσιος Αντίπας μετέφερε το ησυχαστικό πνεύμα του Αγίου Όρους και αφού έζησε θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη το 1882. Ο Όσιος Θεοφάνης ο Ερημίτης Ο Όσιος Θεοφάνης, κατά κόσμο Γεώργιος Γκοβόροβ, γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1815 στο χωριό Όρελ της Ρωσίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Βασίλειος και Τατιάνα. Σπούδασε στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Λιβένσκ και στη θεολογική ακαδημία του Κιέβου. Στις 11 Φεβρουαρίου 1841 κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Θεοφάνης. Εργάσθηκε Ιεραποστολικά και το 1855 ανέλαβε τη διεύθυνση της εκκλησιαστικής σχολής Όλονετς. Το έτος 1856 ταξίδεψε για εκκλησιαστικές υποθέσεις στην Κωνσταντινούπολη και στις 29 Μαΐου 1859 εξελέγη Επίσκοπος της πόλεως Ταμπώφ και Βλαντιμίρ. Λίγο αργότερα αφιερώνεται στην άσκηση και ζει έγκλειστος ακολουθώντας των Αγίων Ασκητών της Ρωσίας. Ο Όσιος Θεοφάνης κοιμήθηκε με ειρήνη, το έτος 1894. Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr) anavaseis.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου