«Ένα από τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν το πώς είναι ποτέ δυνατόν να ζήσεις “αναμάρτητα” μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί όλες μας οι πράξεις είναι τόσο ασήμαντες, σε σχέση με όσα απαιτεί από εμάς το πνεύμα του Ευαγγελίου, το οποίο, στο τέλος φαίνεται να είναι απλώς αδύνατο και ουτοπικό.
»Και κατά τη διαμονή μου στον Άθωνα, όπως συνέβαινε και πριν να γίνω μοναχός, κάποιες φορές η προσευχή μου διακοπτόταν από “θεομάχους” λογισμούς.
»Θυμάμαι πόσο φοβερά βασανίστηκα κάποτε από αυτό το γεγονός, από το ότι δηλαδή δεν κατάφερα ούτε να μην κατακρίνω με τις σκέψεις ούτε να μην υπερηφανεύομαι ούτε να μην αισθάνομαι αντιπάθειες κλπ. Και, αφού όλα αυτά δεν τα κατάφερα, άρχισα με τον Θεό ένα είδος “διαμάχης” της τάξεως που θα λεχθεί παρακάτω.