- κ. Παναγόπουλε, σήμερα πάω άδικα στο δικαστήριο.
- Θα μου επιτρέψεις, να σε παρηγορήσω και του είπα την εξής ιστορία:
''Κάποτε ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος πήγαινε στην Αλεξάνδρεια, όμως νύχτωσε και δεν πρόλαβε να μπει στην πόλη.
- κ. Παναγόπουλε, σήμερα πάω άδικα στο δικαστήριο.
- Θα μου επιτρέψεις, να σε παρηγορήσω και του είπα την εξής ιστορία:
''Κάποτε ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος πήγαινε στην Αλεξάνδρεια, όμως νύχτωσε και δεν πρόλαβε να μπει στην πόλη.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ’ ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή.Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να
Έτρεφαν για την Παναγία τόση πολύ ευλάβεια, που αγιογράφησαν με πολύ πόθο σε έναν από τους τοίχους του σπιτιού τους την εικόνα της, ξοδεύοντας πολλά χρήματα για να γίνει ωραία και ευπαρουσίαστη.
Κάθε μέρα και ώρα, όσες φορές κι αν περνούσαν μπροστά από την αγία εικόνα της,
Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν. Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό.
Τελείωσε το κήρυγμα, τελείωσε και η Θεία Λειτουργία και μοιράστηκε το αντίδωρο.
Κάποια κυρία, τη στιγμή που έπαιρνε το αντίδωρο από το χέρι μου, είπε: Πάτερ θέλω να σας δω στο τέλος, θα σας περιμένω.
Πράγματι στο τέλος την συνήντησα. Σας τα λέγω αυτά, διότι προχτές το βράδυ, ψάχνοντας το αρχείο μου, βρήκα ένα φάκελο που έγραφε: «Ιστορίες για κηρύγματα που δεν ελέχθησαν».
Έτσι βρήκα και την ιστορία που σας άρχισα και που είναι αληθινή.
Υπάρχουν υπάρχουν πολλοί. Eάν δεν υπήρχαν ο λαμπερός ήλιος θα έσβηνε. Αλιώτικα προς τί θα φώτιζε τόσο πολύτιμο καντήλι σ' ένα θηριοτροφείο; θα χρειαζόμουν πολύ χαρτί για να γράψω τα θαυμάσια παραδείγματα των πραγματικών χριστιανών που συνάντησα στη ζωή μου. Και σ' εσένα πολύς χρόνος να τα διαβάσεις και να γλυκαίνεις την ψυχή σου. Προς το παρόν κοίταξε τον εαυτό σου σε αυτό το ένα παράδειγμα:
Θυμάμαι όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής: Ήμουν στο χειρουργικό τμήμα και είχαμε ένα νεαρό παιδί που πέθαινε από ένα τεράστιο απόστημα στο πόδι. Τον είχαν βάλει σε ξεχωριστό δωμάτιο λόγω της φριχτής μυρωδιάς.
Τον επισκέφτηκα μαζί με την προϊσταμένη. Ο νέος, ήταν κάπου 16-17 ετών, γύρισε προς την μεσόκοπη γυναίκα και της είπε:
– Προϊσταμένη, θα πεθάνω πριν από το επισκεπτήριο. Δεν θα προλάβω να αποχαιρετήσω τη μητέρα μου και να με φιλήσει πριν πεθάνω. Φίλησέ με εσύ αντί γι’ αυτήν.
Η προϊσταμένη έκανε βήματα πίσω και είπε:
– Δεν μας επιτρέπεται να φιλάμε τους ασθενείς» και βγήκε από το δωμάτιο…
μία αληθινή ιστορία
Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ο Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, αν και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, συνήθιζε να επισκέπτεται τρεις φορές την εβδομάδα, τους αρρώστους στο νοσοκομείο. Κάποιος ξένος για να τον δοκιμάσει, συνάντησε τον Άγιο και του ζήτησε να τον ελεήσει. Ο Άγιος έδωσε εντολή στον διανομέα να του δώσει έξι νομίσματα. Ο ξένος αφού άλλαξε ένδυμα, εμφανίστηκε ξανά μπροστά στον Άγιο, σε άλλο τόπο και ξαναζήτησε ελεημοσύνη.
Ο διανομέας είπε τότε στον Άγιο ότι είναι ο ίδιος που πήρε πρωτύτερα τα έξι νομίσματα, αλλά εκείνος προσποιούμενος ότι δεν τον γνώρισε, του έδωσε ξανά έξι νομίσματα. Ο ξένος όμως, αφού άλλαξε πάλι σχήμα, ξαναγύρισε μετά από λίγο και ζήτησε ελεημοσύνη.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ἱεροκήρυκας
Κάποτε ἕνας πιτσιρικὰς εἶχε κάνει ἕνα καραβάκι. Το πῆρε στὸ ἀκρογιάλι καὶ τὸ ἄφησε νὰ ἐπιπλεύσει. Κάποια στιγμὴ ὅμως, κόπηκε ὁ σπάγκος καὶ τοῦ ἔφυγε τὸ καραβάκι στὰ βαθιὰ καὶ τὸ ἔχασε. Το παιδὶ στενοχωρέθηκε πολύ.
Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες τὸ ἀγόρι πέρασε ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καὶ παραδόξως βλέπει τὸ καραβάκι του σὲ μία βιτρίνα ἑνὸς καταστήματος. Το ἀναγνώρισε ἀμέσως.
Κάτω ἀπὸ τὸ καραβάκι, ἔγραφε ἕνα χαρτάκι: «Πωλεῖται».
α. Κάποτε, εἶπε ὁ Γέροντας, ἦταν ἕνας πατέρας πού εἶχε τρία παιδιά.
Ἕνα βράδυ, πού γύρισε στό σπίτι, μπαίνοντας μέσα ἀντίκρισε τό ἑξῆς θέαμα:
Βρῆκε τά παιδιά του νά εἶναι μεθυσμένα και ξαπλωμένα στό δάπεδο. Ὅλο τό πάτωμα γύρω του ἦταν γεμάτο ἀπό σπασμένα μπουκάλια καί ποτήρια. Τότε ὁ καλός πατέρας πῆρε μέ τρόπο τά παιδιά του σιγά σιγά καί τά ἔβαλε στά κρεβάτια τους. Κατόπιν πῆρε μιά σκούπα καί μάζεψε ὅλα τά
«…Το άρθρο αυτό, αγαπητοί μου αναγνώστες, το γράφω ύστερα από τον συναγερμό. Μέσα στο υπόγειο βρίσκονται δύο γυναίκες του λαού. Η μια βάσταγε το μωρό της αμίλητη μέσα στο σκοτάδι, καθισμένη σε ένα σκαλοπάτι. Η άλλη, που έχει δυο γιούς στον πόλεμο, δεν έπαυε να μουρμουρίζει καθώς σύριζαν οι σειρήνες:
- Μην τις αφήνουμε εδώ, θα μας τις κλέψουν.
- Θα τις φυλάξει ο Θεός, του είπε η γυναίκα του
Στράτης Μυριβήλης
Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το 44ο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Η Παναγιά η Γοργόνα, που εκδόθηκε ολοκληρωμένο το 1949.
Η υπόθεσή του διαδραματίζεται σε ένα παραλιακό χώρο, στη Μουριά και στη Σκάλα Συκαμιάς, κοντά στη Μυτιλήνη, και παρακολουθεί την απλή ζωή των κατοίκων της περιοχής λίγο μετά τη Mικρασιατική καταστροφή.
Ένας ευσεβής οικογενειάρχης από την Ανατολή, ο Γεώργιος, επισκέφθηκε τον αββά Σιλουανό, για να τον συμβουλευτεί σχετικά με κάτι που τον απασχολούσε.
Τον τελευταίο καιρό είχε προβλήματα με έναν γείτονά του, που του έκανε ζημιές στο κτήμα του. Για όλες τις ταλαιπωρίες ο Γεώργιος έκανε υπομονή και τις ξεπερνούσε με την προσευχή του στο Θεό.
Όσο περνούσαν όμως οι μέρες ο γείτονας γινόταν όλο και χειρότερος. Η υπομονή του Γεωργίου στο τέλος εξαντλήθηκε και
Αρχές της δεκαετίας του 50 και στις γειτονιές της Αθήνας επικρατεί η φτώχεια.
Προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους οι άνθρωποι μετά από δύο πολέμους
και ο ένας πασχίζει να στηριχτεί από τον άλλο....
Ένα μωσαϊκό ανθρώπων που τους ένωνε η ανάγκη της επιβίωσης...
'Όσοι είχαν δικά τους σπίτια φρόντιζαν να τα χωρίζουν για να μπορέσουν να νοικιάσουν κανένα δωμάτιο προκειμένου να συμπληρώνουν το εισόδημά τους.