Διηγεῖται ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κολοβὸς γιὰ τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Μέγα
Ποθώντας νὰ δῶ καὶ νὰ ἀπολαύσω τὴν θεία χάρη, τὸν ἐπισκέφτηκα στὸ κελλί του. Ἀλλὰ προτοῦ ἀκόμη κτυπήσω τὴν πόρτα του, τὸν ἄκουσα νὰ συνομιλεῖ μὲ κάποιον. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἔμεινα ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ κελλί, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔκανα λίγη φασαρία καὶ ὁ ὅσιος βγῆκε ἔξω γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Ὅταν μὲ εἶδε χάρηκε πολύ, καὶ γι΄ αὐτὸ μὲ ἀγκάλιασε καὶ μὲ φιλοῦσε. Ἔτσι ἔκανα καὶ ἐγώ. Ὅταν ὅμως μπῆκα μέσα στὸ κελλί, ἄρχισα νὰ κοιτῶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ,
