Στέκομαι μπροστά στην εικόνα σου και θωρώ που βαστάς σ’ ένα πιάτο την τμηθείσαν κεφαλή σου. Με τα μάτια σφαλιστά.
Δεν σου χρειάζονται πια για να βλέπεις,
όχι πλέον "δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι",
αλλά "πρόσωπον πρὸς πρόσωπον" τον πάντων Βασιλέα.
Κι ο τύραννός σου με τα μάτια τα θαυματουργικά σωσμένα από σένα.