Στην εκκλησία, εννοώ στον Άγιο Γεράσιμο, πολύ συγκινιόμουνα. Άκουγα το Ευαγγέλιο και συγκινιόμουνα. Το πάθαινα αυτό, επειδή «έβλεπα» την εικόνα, τον Χριστό τον ίδιο.
Μια Μεγάλη Παρασκευή κάναμε την ακολουθία. Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Τι έπαθα εκεί! Διάβαζα το Ευαγγέλιο κι όταν έφτασα στη φράση: «Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί˙ τουτ’ έστι Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46.), δεν μπόρεσα να την τελειώσω. Δεν είπα το «ινατί με εγκατέλιπες;».
Με πλημμύρισε η συγκίνηση. Κόπηκε η φωνή μου. Μπροστά μου είχα όλη την τραγική σκηνή. «Είδα» εκείνο το πρόσωπο. «Άκουσα» εκείνη τη φωνή. Τον έβλεπα τον Χριστό πολύ ζωντανά.
"Λίγες μέρες στην ιστορία του κόσμου είχαν τόση σημασία όσο η ημέρα της Σταύρωσης του Κυρίου μας. Όσες φορές ανέτειλε ο Ήλιος στο στερέωμα ήταν σαν να ήταν χωρίς σημασία μέχρι εκείνη την ημέρα που ο ήλιος είδε τον Θεό να πεθαίνει απάνω στον Σταυρό. Για αυτό και ο Ήλιος εσκοτείνιασε και η γη εσείετο και οι πέτρες διερράγησαν όταν ο Θεάνθρωπος επέθαινε για εμάς πάνω στον Σταυρό…
...Φανταστείτε, αδελφοί, το Σταυρό οριζόντιο και επάνω του το σώμα του Χριστού. Αυτή είναι η Αγία τράπεζα της εκκλησίας, ο σταυρός οριζόντιος. Εκεί ο Χριστός έκανε την πρώτη Του θεία λειτουργία. Εκεί το αληθινό αίμα έρρευσε και εκεί το αληθινό σώμα του Χριστού επέθανε. Δεν είπε τα λόγια που λέμε εμείς οι ιερείς και οι αρχιερείς κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας. Είπε Διψώ, είπε Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες, είπε Τετέλεσται. Αυτή ήταν η λειτουργία πάνω στο Σταυρό που ετέλεσε ο Κύριός μας…
…Ας προσεγγίσουμε με φόβο και τρόμο τη φοβερή εκείνη μέρα καθώς θα πάμε να προσκυνήσουμε το σώμα του Χριστού, που έχει τεθεί στο μνημείο, στον επιτάφιο της εκκλησίας τον οποίο θέτουμε στο κέντρο του ναού. Ας πλησιάσουμε με φόβο και τρόμο και ας Του πούμε δύο λόγια αγάπης, την ώρα που προσκυνούμε. Να του πούμε: «Ευχαριστώ! Eγώ δεν ήμουνα άξιος να πεθάνεις για μένα. Εγώ έπρεπε να χαθώ. Και ήρθε Εσύ και έκανες το ανέλπιστο! Μου έδωσες ζωή αιώνια»!".
Μία ξεχωριστή ομιλία του μακαριστού γέροντος Δωροθέου επί τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, την φοβερή αυτή ημέρα της Σταύρωσης του Κυρίου. Ακούγοντάς την διακρίνουμε την εμφανή δυσκολία του γέροντα να συγκρατήσει τα δάκρυα, τον πόνο και την συγκίνησή του στη θέα του Εσταυρωμένου, καθώς μας ομιλεί για τα φρικτά Πάθη του Χριστού και μας εισάγει στο μεγαλειώδες νόημα της ημέρας.
Φθάσαμε, αγαπητοί μου, στα σωτήρια πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η εβδομάδα αυτή λέγεται Μεγάλη, διότι μέσα στις 168 ώρες της, από σήμερα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως, τιμώνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικά και κοσμοϊστορικά, που συγκλόνισαν τα επίγεια και τα ουράνια και τα καταχθόνια. Γι’ αυτό η εβδομάδα αυτή ονομάζεται Μεγάλη· αλλά και γι’ αυτό δεν θα πρέπη να περάση όπως οι άλλες.
Και θέτω το ερώτημα· ποια είνε τα καθήκοντα ενός Χριστιανού τη Μεγάλη Εβδομάδα; Δεν απευθύνομαι σε απίστους, αθέους ή σε χιλιαστάς· απευθύνομαι σε πιστούς, που θέλουν να εορτάσουν σωστά. Ποια είνε λοιπόν τα καθήκοντα που έχουμε την εβδομάδα αυτή;
Την Μεγάλη Πέμπτη του 2002 είχα την μεγάλη ευλογία να μεταφέρω τον άγιο Πατέρα, από το Νοσοκομείο Σερρών όπου νοσηλευόταν, στην Θεσσαλονίκη, στο σπίτι της κόρης του. Ήταν μαζί μας και η ευλογημένη πρεσβυτέρα του Πολυξένη. Στην διάρκεια της διαδρομής, ο π. Ιωάννης μού είπε: «Η Θεία Κοινωνία της Μεγάλης Πέμπτης σκεπάζει τον χριστιανό όλον τον χρόνο, γιατί είναι η Κοινωνία του μαρτυρίου του Χριστού.
"Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος".
«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»
Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδιδε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίδει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.